Ο θάνατός του σηματοδοτεί «το τέλος μιας εποχής», λέγεται συχνά όταν πεθαίνει ένας μεγάλος καλλιτέχνης. Μια φράση που αποτυπώνει μια σπουδαία διαδρομή, ίσως όμως να είναι ελαφρώς απαισιόδοξη.
Κάτι που μάλλον δεν ταίριαζε στον Γιώργο Μαρίνο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών σκορπίζοντας θλίψη σε όσες και όσους γέλασαν, χάρηκαν, συγκινήθηκαν, διασκέδασαν μέχρι τελικής πτώσεως, με όλα όσα πρόσφερε με την τέχνη του για δεκαετίες. Σε όσες και όσους τον αγάπησαν.
«Ο Γιώργος σήμερα θα ήθελε να γελάμε», είπε ο Σταμάτης Κραουνάκης σε συνέντευξή του για την απώλεια του φίλου και «δασκάλου» του, όπως τον αποκάλεσε.
Ας πούμε λοιπόν ότι ο θάνατος του Γιώργου Μαρίνου δεν ήταν το τέλος μιας εποχής. Σίγουρα όμως ο ίδιος σφράγισε την αρχή μιας εποχής, αυτής ενός είδους τέχνης ή καλύτερα ενός είδους θεάματος που για πρώτη φορά παρουσιαζόταν στην Ελλάδα.
Ξεκίνησε σπουδάζοντας ηθοποιός στο Εθνικό Θέατρο -κρυφά από τους γονείς του. Σταδιοδρόμησε αρχικά ως τραγουδιστής, πρώτα στην εμβληματική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, όπου ερμήνευσε και ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του έργου. Αργότερα, περισσότερο «υποφωτισμένα», σε μπουάτ της Πλάκας, ξεκινώντας από ένα υπόγειο όπου έλεγε «μόνο τέσσερα τραγούδια», όπως είχε εξομολογηθεί ο ίδιος σε συνέντευξη πολύ αργότερα.
Λίγο αργότερα όμως, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, καταπιάνεται με κάτι που τα έχει όλα αυτά μέσα κι όμως είναι τελείως διαφορετικό. Σε ένα νέο -τότε- καλλιτεχνικό στέκι μεταξύ Μακρυγιάννη και Πλάκας, στη «Μέδουσα», ο Γιώργος Μαρίνος ξεκινά ένα σόου που έμελλε να τον καθιερώσει ως έναν ξεχωριστό κόσμο στην αθηναϊκή νύχτα αλλά και στην ιστορία του ελληνικού θεάματος.
Επρόκειτο για ένα είδος «βαριετέ» (παράσταση από ποικίλα καλλιτεχνικά είδη), που είχε μέσα τραγούδι, μουσική, χορό, σκετς, πρόζα, σάτιρα κοινωνική και πολιτική, μιμήσεις.
Στο κέντρο βρισκόταν ο ίδιος ο Γιώργος Μαρίνος και γύρω του μια ομάδα μουσικών, χορευτών, ηθοποιών, νέων συνήθως και πολύ ταλαντούχων.
Ήταν το πρώτο «βαριετέ» που παρουσιαζόταν στην Ελλάδα; Μάλλον όχι. Ήδη από τη δεκαετία του ’30 είχε διαπρέψει ο Αττίκ στην περίφημη «Μάντρα» του, ο οποίος ως συνθέτης, πιανίστας και κονφερασιέ, υποδεχόταν νέα ταλέντα για να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να κάνουν σκετς και μιμήσεις.
Ή και ακόμα πιο πίσω, τέτοιου είδους προγράμματα συναντούσε κανείς στα «καφέ σαντάν», χώρους διασκέδασης με καφέ και ποτό όπου άκουγε κανείς «ευρωπαϊκή μουσική» και έβλεπε χορευτικά και μικρά σατιρικά σκετσάκια (διαφοροποιημένα από τα «καφέ αμάν» όπου παίζονταν αμανέδες και ανατολίτικη μουσική).
Αλλά και στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν live και ραδιοφωνικά σόου, όπου κονφερασιέ -όπως ο Γιώργος Οικονομίδης- παρουσίαζαν «νέα ταλέντα» σε προγράμματα που φιλοξενούσαν διαφορετικά καλλιτεχνικά είδη.
Το σόου του Γιώργου Μαρίνου είχε μέσα του στοιχεία από όλα όσα προϋπήρχαν, ήταν όμως κάτι καινούριο και διαφορετικό.
Πρώτα απ’ όλα είχε το χαρακτήρα μιας ενιαίας μουσικοθεατρικής παράστασης, όπου ο πρωταγωνιστής δεν «παρουσίαζε» απλά ένα πρόγραμμα, δεν σύστηνε στο κοινό τους καλλιτέχνες, αλλά γινόταν μέρος του οργανικά. Ο ίδιος «έπαιρνε από το χέρι» την παράσταση από την αρχή μέχρι το τέλος και γινόταν ταυτόχρονα παρουσιαστής, τραγουδιστής, ηθοποιός, μίμος και χορευτής.
Από τις ιστορίες όσων βρέθηκαν εκεί και από τα αποσπάσματα που έχουν καταγραφεί, καταλαβαίνουμε ότι ήταν ένα πρόγραμμα με αφηγηματική συνοχή, κάτι σαν θεατρική παράσταση «ζωής» με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Μαρίνο. Ή κάτι σαν θεατρική εξομολόγηση, όπως εύστοχα έχει ειπωθεί.
«Η πίστα έχει ένα προτέρημα και ένα μειονέκτημα. Έχει μια αμεσότητα με το κοινό -αυτό είναι το προτέρημά της. Το μειονέκτημα είναι ότι δεν μπορείς να στήσεις ένα ρόλο. Εγώ δεν μπορώ να βγω και να κάνω το x πρόσωπο, οποιοδήποτε πρόσωπο. Πρέπει να κάνω τον Μαρίνο», έλεγε ο ίδιος, στην εκπομπή που του είχε αφιερώσει ο Γιώργος Παπαστεφάνου στην ΕΡΤ τον Μάρτιο του 1976, τα πρώτα χρόνια της «Μέδουσας».
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ταυτότητα του Γιώργου Μαρίνου δεν θα έμενε εκτός. Οι ευαισθησίες, τα βιωματικά στοιχεία, η μοναχικότητα, η σεξουαλική ταυτότητα του ίδιου -και πιθανότατα και των άλλων συντελεστών- ήταν μέσα στη σκηνή. Ήταν κομμάτι του προγράμματος.
Έτσι, ένας άντρας μπορούσε να κάνει διαφορετικούς ρόλους όλων των φύλων, ακόμα και ρόλους που δεν προσιδίαζαν στα «δύο φύλα». Άντρες μπορούσαν να χορεύουν δίπλα σε γυναίκες, «σαν γυναίκες».
Με αυτήν την έννοια, παρά την ισχυρή παρουσία του ερωτισμού στο σόου του Μαρίνου, δεν μπορούμε να πούμε ούτε ακριβώς ότι αυτό που έκανε ήταν ένα είδος «καμπαρέ», το οποίο έχει ως κέντρο του αποκλειστικά τη γυναίκα υπό το ανδρικό βλέμμα.
Και τα θέματα που θίγονταν στην πάροδο του χρόνου -η συνάντηση του Μαρίνου με τον Σταμάτη Κραουνάκη έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό-, υπερέβαιναν τις ταυτότητες που η τότε Ελλάδα είχε συνηθίσει να βλέπει σε ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιώργος Μαρίνος παρουσίασε και υπηρέτησε για χρόνια το πρώτο queer πρόγραμμα στην Ελλάδα. Αυτό όμως δεν είχε τον χαρακτήρα μίας σχεδιασμένης κοινωνικής ή πολιτικής παρέμβασης. Ήταν περισσότερο μία εκφραστική και καλλιτεχνική ανάγκη, η οποία «πέρασε πάνω» από τον κοινωνικό συντηρητισμό και τις κυρίαρχες αντιλήψεις. Και πέτυχε.
Το κοινό γέμιζε κάθε βράδυ τη «Μέδουσα». «Κάθονταν ακόμα και στις σκάλες», όπως έλεγε η τραγουδίστρια Μαρίνα, ενώ οι ουρές έφταναν μέχρι τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, όπως έγραφε αργότερα ο Γιώργος Παυριανός -και οι δύο συμμετείχαν στην παράσταση. Και αυτά στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Σε αυτό το φόντο και με το δεδομένο ότι ο πρωταγωνιστής ήταν ένας καλλιτέχνης με ανοιχτά δηλωμένη την gay ταυτότητά του, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σόου του Γιώργου Μαρίνου λειτούργησε εν γένει απελευθερωτικά και απενοχοποιητικά.
Περισσότερο λειτούργησε απελευθερωτικά για όσους καταπίεζαν την σεξουαλικότητά τους λόγω κοινωνικής απαγόρευσης. Αλλά και για όλους. Γιατί η απενοχοποίηση σε αυτά τα ζητήματα πάντα είναι ευεργετική σε όλους.
Ας γίνει ωστόσο μια υποσημείωση εδώ: η ομοφυλοφιλία ήταν πιο αποδεκτή, εκείνη την εποχή, περισσότερο σε έναν καλλιτέχνη παρά σε έναν άνθρωπο με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Έστω κι έτσι όμως ήταν σημαντικό.
«Αυτοί που τα φώτα τους δίνουν ψυχή»
«Στη Μέδουσα δεν έκανα πρόγραμμα, έκανα ζωή. Ήθελα ο κόσμος να φύγει άλλος άνθρωπος απ’ ό,τι μπήκε. Είμαι διασκεδαστής», δήλωνε ο Γιώργος Μαρίνος σε άλλη συνέντευξη. Την ιδιότητα του «διασκεδαστή» επαναλάμβανε μέχρι τις τελευταίες συνεντεύξεις του.
Από αυτόν πήραν τη σκυτάλη κι άλλοι, με πιο σημαντικό επίγονο ίσως τον Τάκη Ζαχαράτο, το πρόγραμμα του οποίου, σε όλη τη διαδρομή του, έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτό του Μαρίνου.
Ο Γιώργος Μαρίνος συνήθιζε να κλείνει το πρόγραμμά του στη «Μέδουσα» με το τραγούδι-πρόζα «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα» -τους στίχους είχε γράψει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Τα φώτα της σκηνής μπορεί να σβήνουν, αλλά το φως που άφησε πίσω αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να σβήσει. Θα μένει πάντα αναμμένο για να φωτίζει την τέχνη και τη ζωή μας, από έναν άνθρωπο που, όπως είπαν, «έζησε ελεύθερος».